Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ (a rock opera)

R o c k    O p e r a
Συνθέτης
Πρόδρομος Μακρίδης
Libretto
Γιώργος Κωτσόπουλος
Νίκος Παπάζογλου
Το έργο έχει κατατεθεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη
© 1992


Εναρξη-Εισαγωγή
Ο Προμηθέας είναι δεμένος στον Καύκασο
Ο Πλούτωνας τον "παραδέχεται" .
Αφροδίτη
Να 'ταν όλα όνειρο κακό και να ξυπνούσα . . . .

Πλούτωνας
Γονατίστε όλοι, κάτω από το βράχο
δείχνει να 'ναι σα θεός
βασιλιάς της θλίψης, νικητής, χαμένος
ο κρυφός σας εαυτός
Δέθηκε μονάχος αυτός στους βράχους
χάρισε σε σας τη ζωή
ήταν μια θυσία μα στο όνειρό του τώρα θα ζει

Ανθρωποι
Φεύγει τώρα ο ήλιος κι η σκιά των βράχων
γίνεται όλο πιο βαριά
είναι σα ν' ακούμε σίδερα να τρίζουν
να στοιχειώνουν τη βραδιά
Φτάνουν πια τα δάκρυα και οι θρήνοι
στέγνωσαν τα μάτια μας πια
μοιάζει από ψηλά να κοιτάζει και να χαμογελά
Είχες μια ζωή, έγινες ζωή
τώρα κλαις πονάς, να ήξερα γιατί
λάμπει η βραδιά, καίει σα φωτιά
που εσύ άναψες βαθιά μες την καρδιά
Είχες μια ζωή, έγινες ζωή . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σκηνή 1
Γη. Ομάδα ανθρώπων θρηνούν το θάνατο μικρού παιδιού.
Ανάμεσά τους παρακολουθεί ο Προμηθέας με μορφή θνητού.
Ανθρωποι
Ελάτε όλοι θνητοί κι αθάνατοι
εδώ στη γη τη ξεχασμένη
ελάτε όλοι να θρηνήσουμε
μία ψυχή που πάει χαμένη
κλαίμε, θρηνούμε, λίγο οίκτο ψάχνουμε
στον ουρανό τα μάτια πάνε
πώς αδικίες θεοί αφήνουνε
πως οι σκληρές καρδιές βαστάνε
μα του πατέρα πώς τα μάτια αυτά
και δεν εδάκρυσαν ακόμα ;
δεν ήταν γέρος που τον έχασε
παιδί θα βάλει μεσ' το χώμα
 (Η πομπή των ανθρώπων φεύγει για τη ταφή του νεκρού
παιδιού. Μένει πίσω μόνος ο Προμηθέας)

Προμηθέας
Αυτά που βλέπω πόσο άδικα μου μοιάζουν
μία ζωή στη λύπη και το κλάμα
γιατί οι θεοί από ψηλά θνητούς δικάζουν ;
να ζούνε δίχως τη φωτιά ένα δικό τους δράμα
Όταν τους έπλαθα σκεφτόμουν την αγάπη
ελεύθεροι σαν τα πουλιά να ζούσαν
μία ζωή χωρίς τον πόνο και το δάκρυ
και γελαστοί σαν τα παιδιά να τραγουδούν
Ωσπου ξημέρωσε μια μέρα τρομερή
μουντή και μαύρη, η φωτιά είχε χαθεί
θρήνοι ηχούσαν κι οι άνθρωποι σκυφτοί
όμως δεν άκουγαν οι θεοί την προσευχή

Σκηνή 2
Όλυμπος. Οι θεοί, πλην του Δία,
γιορτάζουν τη νίκη ενάντια στους Τιτάνες
Θεοί
Eλα μέσα στη γιορτή μας μπες
βάλε νέκταρ στο ποτήρι πιες
έλα κάτσε στη παρέα, νοιώθουμε τόσο ωραία
τα προβλήματα ξεχνάμε, πίνουμε και τραγουδάμε - έλα
Τώρα τέλειωσαν οι μάχες πια
άσε να γλεντήσει η καρδιά
νικητές τώρα θα ζούμε, βίο χωρίς κόπο και δουλειά
κι οι Τιτάνες νικημένοι, θε να ζήσουν ξεχασμένοι πια
Ποσειδώνας
Αμβροσία δες υπάρχει ;
κι έχω άδειο το στομάχι
Απόλλωνας
Πες της νέκταρ να κεράσει
Εστία
Μη ! για το Δία δε θα φτάσει
Όλοι
Αυτή η νύχτα είναι μεγάλη
νιώθω ζάλη στο κεφάλι - πάμε
Αρης
Με τη νύμφη θα χορέψω
σαν το Δία θα τη κλέψω
Πλούτωνας
Τη θεά τους να προσέξεις
Ηφαιστος
Ποια απ' όλες θα διαλέξεις ;
Όλοι
Νέκταρ , έρωτας και γλέντι
τώρα με το Δία αφέντη - πάμε
Έλα μέσα στη γιορτή μας μπες
βάλε νέκταρ στο ποτήρι πιες
έλα κάτσε στη παρέα, νοιώθουμε τόσο ωραία
τα προβλήματα ξεχνάμε, πίνουμε και τραγουδάμε - έλα
(Μπαίνει ο Δίας στη γιορτή)

Δίας
Του Ολύμπου όλοι οι θεοί
είμαστε κυρίαρχοι στη γη
τ' ουρανού είμαστ' αφέντες
της βροχής , της αστραπής εμείς
Τα προβλήματά μας θα χαθούν
οι Τιτάνες θα λησμονηθούν
κι οι θνητοί το μόνο λάθος
σύντομα θα εξαφανιστούν
Όλοι
Tώρα τέλειωσαν οι μάχες πια
άσε να γλεντήσει η καρδιά
νικητές τώρα θα ζούμε, βίο χωρίς κόπο και δουλειά
κι οι Τιτάνες νικημένοι, θε να ζήσουν ξεχασμένοι πια
Δίας
Τίποτα δε θα σκεφτόμαστε
γι άλλους πια δε χαριζόμαστε
τους θνητούς κι αυτούς ξεχάστε
να πεθάνουν μόνοι άστε
(Ο Προμηθέας φτάνει στον Όλυμπο και ακούγοντας
τα τελευταία λόγια του Δία , τον διακόπτει)

Προμηθέας
Τι λες ; Δία , τι λες ;
Δίας
Τι θες ; το γλέντι τι μας διακόπτεις ;
Προμηθέας
Τα λόγια αυτά είναι συμφορά
θάνατος για τα πλάσματά μου
μήπως αυτό δε μ' αφορά ;
Δίας
Τα πλάσματά σου είναι λάθη
αδύναμα κι αρρωστημένα
και βουτηγμένα μες τα πάθη
εσύ δε βλέπεις διαφορά ;
Προμηθέας
Η διαφορά τους είναι υπέρ τους
Δίας
Κι αυτή θα είναι η καταδίκη

Προμηθέας
Η απόφασή σας , σας μειώνει
λάθος μου ήταν η βοήθεια στη νίκη
μα οι θνητοί δε θα πληρώσουν
Δίας
Τώρα γλεντάμε Προμηθέα, παράτα μας με τους θνητούς
Προμηθέας
Τα βάσανά τους θα τελειώσουν
Δίας
Τα βάσανά τους θ' απαλλάξουν τους Ολυμπίους απ' τις έγνοιες
Προμηθέας
Τι λες ; Δία , τι λες ;
εγώ τους έχω ονομάσει ανθρώπους
η λέξη έγνοιες δε ταιριάζει για αυτούς
και όρκο δίνω πως αυτούς που λέτε λάθη
με κάθε τίμημα θα κάνω εγώ θεούς
(Ο Προμηθέας φεύγει από τον Όλυμπο κι ενώ το γλέντι
έχει διακοπεί η Ήρα απευθύνει το λόγο στο Δία)

Ήρα
Γιορτή είχαμε εδώ εμείς κι εσύ στο τέλος ήρθες
σε αγκαλιά μην ήσουνα θνητής ;
Δίας
Δεν θα μιλούσες αν ίδιες ευθύνες είχες
Ήρα
μεγάλη ευθύνη να πλαγιάζεις με θνητή
Δίας
Η ειρωνεία δεν έχει τέλος η αρχή
Ήρα
Το ψέμα σου όμως έχει αρχή
Δίας
Ποίο ψέμα ; ν' άκουγες τι λες
Ήρα
Μου είπαν πως σε είδανε στη γη
Διας
Ήρα οι ευθύνες ειν' πολλές
Ήρα
Και είχες μεταμορφωθεί
Διας
Κι όμως δεν πάτησα στη γη
Ήρα
Ψέματα, λες ψέματα πολλά και σ' αντιφάσεις πέφτεις
Δίας
Μα πες μου ποίος στα είπε όλα αυτά, αυτός είναι ο φταίχτης
Ήρα
Δεν έχει σημασία τώρα πια, αξιοπρέπεια δε μου άφησες σταλιά
εσύ είσαι ο φταίχτης, ο μοιχός
και παρασύρθηκες σα να 'σουνα θνητός
Δίας
Καλή μου Ήρα εγώ πάντα σ' αγαπώ
Ήρα
Σιγά μη κλάψεις, άντε φύγε από δω
Δίας
Σου το ορκίζομαι, δεν άγγιξα θνητή
Ήρα
Φτάνει σου είπα, μη με παίρνεις για χαζή
Δίας
Γυναίκα πρόσεξε τα λόγια σου, είμαι ο Ζευς

Ήρα
Ερμής (Μπαίνει τρέχοντας)
και όμως ουκ εν τω πολλώ το ευ
Ζευς

Δίας
Τι θες κι εσύ τώρα :
Ερμής
Αυτός που χάλασε λίγο πιο πριν το γλέντι
μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο ξανά
μήπως και ήταν Προμηθέας τ' όνομά του ;
στην ησυχία σου ίσως φέρει συμφορά
Δίας
Τα νέα τούτα ευτυχία φέρνουν μόνο
ακούς εσύ Ήρα ποιος πλαγιάζει με θνητές ;
συνέδριο τώρα ευθύς θα συγκαλέσω
και οι θεοί ας γίνουν οι κριτές
Αφροδίτη (Πλησιάζοντας το Δία)
Πριν λόγο στο συνέδριό σου βγάλεις
να ξέρεις πως θα είμαι εγώ εκεί
τον Προμηθέα πριν βιαστείς να τιμωρήσεις
για μάντεψε ποιόν είδα εγώ στη γη
(Νευριασμένος ο Δίας φεύγει. Μένουν μόνο οι θεές στη σκηνή)

Ηρα
Αχ να ζούσαμε μαζί θηλυκά μες τη ζωή,
και τους άντρες μας να τους ρίχναμε
στα θηρία για τροφή…
Αθηνά
Γιατί όλοι τους αυτοί, δυστυχία και ντροπή…
Δήμητρα
οι αγάπες τους είναι ψέματα,
κι οι απιστίες τους βροχή.
Αφροδίτη
Λες κι εμείς δεν έχουμε μυαλό, ένα πράγμα θέλουν μόνο…
Αριάδνη
κι όταν τους το δώσουμε σου λεν "άσε με μόνο" …!
Ηρα
Αχ, τι άκουσα ξανά, ο δικός μου μ' απατά,
να μπορούσα σα μια σύζυγος
να του βγάλω τα μαλλιά…
Αφροδίτη
Λες κι είμαστε εμείς πιστές… δε βαριέσαι, τι τα θες…
Ηρα
όχι όμως και να γυρίζουνε
όλη μέρα με θνητές…!
Αφροδίτη
Μα έλα που δεν μπορούμε να ζούμε στη μοναξιά
κι είναι αναγκαίο κακό η ανδρική αγκαλιά…
Ολες οι Θεές
Αχ να ζούσαμε μαζί θηλυκά μες τη ζωή
και τους άντρες μας να τους ρίχναμε
στα θηρία για τροφή
Γιατί όλοι τους αυτοί, δυστυχία και ντροπή
οι αγάπες τους είναι ψέματα
κι οι απιστίες τους βροχή.

Σκηνή 3
Γη
H Αφροδίτη ψάχνει τον Προμηθέα
Προμηθέας
Τι θέλεις Αφροδίτη εδώ στη γη ;
Αφροδίτη
Εσένα ήρθα να βρω
Προμηθέας
Εμένα, γιατί ;
Αφροδίτη
Απ’ του Ολύμπου τα βουνά
έπρεπε να κατέβει
κάποιος που σ’ αγαπάει πολύ
και να σε προστατεύει.
Του Δία κακοφάνηκε
στη γη να τριγυρίζεις,
συνέδριο τώρα συγκαλεί.
Το βλέμμα μη γυρίζεις…
Προμηθέας
Είναι όλα τόσο μάταια καλή μου Αφροδίτη
Αφροδίτη
Σταμάτα, άλλο μη μιλάς, άκου λίγο εμένα
αυτά που τώρα θα σου πω δεν τα 'πα σε κανένα
ότι κι αν γίνει εκεί ψηλά εγώ θα σε πονάω
από τα βάθη της καρδιάς μάθε πως σ' αγαπάω
και πώς θα είμαι εδώ, γλυκά φιλιά να σου χαρίζω
τον έρωτα τον πιο γλυκό μαζί σου να γνωρίζω
Προμηθέας
Τα ωραία τούτα λόγια σου πώς μπαίνουν στη καρδιά μου
και κατευνάζουν την οργή πού 'χω στα σωθικά μου
έλα Αφροδίτη πιο κοντά και φίλα με στο στόμα
και ας χαθώ στου Τάρταρου το σκοτεινό το δώμα
( Αγκαλιάζoνται ενώ ο Πλούτωνας έχει μπει και παρακολουθεί)
Πλούτωνας
Ο Τάρταρος είναι κοντά, θεές αν πλησιάζεις
τον εαυτό σου μόνος σου εσύ καταδικάζεις
Προμηθέας
Η καταδίκη, Πλούτωνα, το ξέρω πως θα έρθει
μα όχι από της θεάς του έρωτα τη μέθη
θα έρθει από πράξη μου που πάω να κάνω τώρα
Πλούτωνας
Δεν θέλω τίποτα ν' ακούω, τελείωνε, προχώρα
(Ο Προμηθέας φεύγει)
Αφροδίτη
Τι θες εσένα τι σε νοιάζει
Τιτάνας αν με θαυμάζει
τον έρωτα αν δει στο πρόσωπό μου
ή αν εγώ τον έχω για θεό μου
Πλούτωνας
Δεν είναι λογικά αυτά που λες
Τιτάνα δεν είναι σωστό να θες
κι αν είσαι ο έρωτας, το κρύβεις
δεν ξέρεις την καρδιά που να ανοίγεις
Αφροδίτη
Τι λες εσύ για την καρδιά
μέσα στον Αδη ζεις, βουβά
Πλούτωνας
Μέσ' το σκοτάδι όμως νοιώθω
και ξέρω της καρδιάς τον πόθο
Αφροδίτη
Τον πόνο μήπως θέλεις να πεις ;
ανθρώπους ήρθες για να βρεις ;
Πλούτωνας
Η ειρωνεία σου μαστίγιο
μεσ' την καρδιά μου δηλητήριο
Αφροδίτη
Είναι η πρώτη ίσως φορά σου
που μου μιλάς για την καρδιά σου

Πλούτωνας
Ίσως και να 'ναι η τελευταία
Αφροδίτη είσαι τόσο ωραία
Αφροδίτη
Θεέ του Αδη με τρομάζεις
καθώς τα λόγια σου έτσι αλλάζεις
Πλούτωνας
Για μια αγάπη θα σου πω
ν' αντέξω άλλο δεν μπορώ
Μία αγάπη που δεν έχεις φανταστεί
μία αγάπη που μου καίει την ψυχή
μια φωνή απελπισμένη
απ' τον Αδη ξεχασμένη σε καλεί
Μέσα στο χάος μόνος μένω κι απορώ
ποιος να θέλει του θανάτου το Θεό
κι όλοι απάνω να γλεντάτε
προς τα κάτω δεν κοιτάτε και πονώ
Σ' αγαπώ γλυκιά θεά μου σε ποθώ
όπως όλοι μια καρδιά έχω κι εγώ
τι να κάνω , να πεθάνω
της καρδιάς τον ερωτά σου για να βρω
Δεν πιστεύω πια στο μέλλον που θωρώ
μόνο ελπίζω και δειλά το προσπαθώ
θέλω να 'ρθεις πιο κοντά μου
να χαθείς μεσ' τη ματιά μου το ζητώ
κάθε σου λέξη θα 'ναι για 'μένα διαταγή
ο σύντροφός σου θα 'μαι εγώ μεσ' την ψυχή
σα γυναίκα μου στον Αδη
θα 'σαι φως μεσ' το σκοτάδι και ζωή
Σ' αγαπώ γλυκιά θεά μου σε ποθώ
όπως όλοι μια καρδιά έχω κι εγώ
τι να κάνω , να πεθάνω
της καρδιάς τον ερωτά σου για να βρω
Αφροδίτη
Πλούτωνα . . .
Πλούτωνας
Μόνο σκέψου το καλά και τίποτα μην πεις
κι όταν θ' αποφασίσεις, ξέρεις που θα με βρεις
(Έξοδος Πλούτωνα)

Αφροδίτη
Είναι συναίσθημα φριχτό, μα δεν μπορώ να τ' αρνηθώ
γιατί εγώ πρέπει να αντέξω ;
Αφού είναι κάτι τόσο απλό, είναι και τόσο αληθινό
γιατί να πρέπει να διαλέξω ;
Ο ένας είναι φιλικός, είναι γλυκός, είναι τρελός
κάνει τα πάντα στα όνειρά του
ο άλλος είναι ιδανικός, είναι καλός, είναι πιστός
και σιγουριά θα βρω κοντά του
Τι να διαλέξω, τι να πω, μόλις του είπα "σ' αγαπώ"
πώς τώρα σκέφτομαι τον άλλο ;
γιατί να γίνεται αυτό, με μία καρδιά δυο αγαπώ ;
είναι ένα δίλημμα μεγάλο.
Τη σιγουριά αναζητώ μα είναι ο άλλος που αγαπώ
γιατί τη λύση να μη βρίσκω ;
αν και ο ένας με ζητά, στον άλλο γέρνει η ματιά
κι οι δύο τους είναι μια πληγή μεσ' την καρδιά.

Είσοδος Προμηθέα
Αφροδίτη
Είσαι ο ήλιος μου εσύ
είσαι ένα φως μες τη ψυχή
θα 'θελα να 'σουνα δικός μου
Προμηθέας
Σαν το φεγγάρι σε κοιτώ
σαν ένα αστέρι σε ζητώ
είσαι εσύ όλο το φως μου
Αφροδίτη
Τώρα που είμαστε αγκαλιά
νοιώθω να μη φοβάμαι πια
τίποτα τώρα δε μου φταίει
Προμηθέας
Τώρα που είμαστε κοντά
με τόση αγάπη στη καρδιά
νοιώσε τη φλόγα που με καίει
Μαζί
Μία αγάπη στη ζωή
είναι ότι θέλουμε πολύ
μόνο να ζήσουμε μαζί
μια στιγμή
Αφού το θέλουμε κι οι δύο
ας ξεκινήσουμε από δω
για κάποια χώρα ονειρική
μακρινή
Αφροδίτη
Πώς όλα άλλαξαν ξαφνικά
γίνανε τώρα πιο γλυκά
και όλα αυτά με μια σου λέξη
Προμηθέας
Ας ήταν όλα τόσο απλά
ας ήταν τόσο αληθινά
κανείς μας να μην είχε φταίξει
Αφροδίτη
Μα η αγάπη είναι εδώ
και είναι κάτι αληθινό
πες μου πως τώρα δε θα φύγεις
Προμηθέας
Ξέρεις καλά πως είναι αργά
ας είναι τόσο αληθινά
το βλέπεις δεν θα τ' αποφύγεις
Μαζί
Iσως μια αγάπη στη ζωή
να 'ταν ότι ήθελα πολύ
ίσως να ζούσαμε μαζί
μια στιγμή
Iσως το θέλησες κι εσύ
να ξεκινούσαμε μαζί
για κάποια χώρα ονειρική
μακρινή

Αφροδίτη
Oμως φτάσαμε τόσο κοντά
Προμηθέας
Είναι αρχή μα ήδη είναι αργά
Αφροδίτη
Θέλω τόσο να είσαι δικός μου μόνο
Προμηθέας
Κι εγώ θέλω αγάπη μου πολύ
Αφροδίτη
Τότε πες μου μόνο το γιατί

Προμηθέας
Αφροδίτη
Σημασία έχει πως δεν θα 'μαστε μαζί
Γιατί δεν μπορούμε τώρα να 'μαστε μαζί


Μαζί
Ίσως μια αγάπη στη ζωή
να 'ταν ότι ήθελα πολύ
ίσως να ζούσαμε μαζί

Προμηθέας
Αφροδίτη
μια στιγμή
μια ζωή


Μαζί
Iσως το θέλησες κι εσύ
να ξεκινούσαμε μαζί
για κάποια χώρα ονειρική
μακρινή

Σκηνή 4
Ο Προμηθέας συναντά μια παρέα θνητών
Ανθρωπος
Μονάχος δείχνεις να 'σαι
με βάσανα πολλά
είναι η ζωή τόσο μικρή
δεν έρχεται ξανά
κι αν οι θεοί μας 'ρίξαν
γυμνούς μες στη βροχή
πρέπει με φίλους να 'μαστε
και όχι μοναχοί
στα μέρη μας δεν σ' έχω ξαναδεί
τη συντροφιά μας αν δεχτείς
για μας θα 'ναι τιμή
παρηγοριά που αναζητάς
στα βάσανα στους πόνους
ίσως να ψάξεις και να βρεις
μεσ 'τους δικούς μας φόβους
Προμηθέας
Φίλοι μου, την καρδιά μου νοιώθω πέτρα
ένα δίλημμα μου καίει την ψυχή
μια αγάπη θεϊκή που δεν περίμενα ποτέ
και ένα χρέος, μια ευθύνη τρομερή
πως θα αντέξω, τι να κάνω, ποιος θα πει
σ' αυτή τη σύμπτωση που λέγεται ζωή
όλα συγκρούονται, αλλάζουν
τα όνειρά μου με τρομάζουνε, γιατί ;
γιατί να μην τα ζούμε τα όνειρά μας
γιατί να 'ναι θυσία η ζωή
γιατί όλο εμπόδια μπροστά μας
και όλα να τα ζούμε στη βοή
Ανθρωπος
Φίλε μη σε τρομάζουνε οι σκέψεις
αν θέλεις άνοιξέ μας την καρδιά
Προμηθέας
Μα όχι, εγώ θέλω να ξεχάσω
κοντά σας για να βρω τη λησμονιά
για πρώτη μου φορά νοιώθω ωραία
μαζί σας, στη δική σας συντροφιά
η φιλοξενία σας
ξεπερνάει τους Ολυμπίους
η καλοσύνη κι η ευγένεια σας θεϊκές
μα μια και από τα μέρη σας δεν είμαι
θα 'θελα να 'ξερα της ζωής σας τις πτυχές
θα 'θελα να 'ξερα τους κόπους σας, τα βάσανα
να μάθαινα τις απαιτήσεις της ζωής
τι σκέπτεστε, τι θέλετε πολύ
τα όνειρα σας, τι ζητάτε απ' τη ζωή
Ανθρωπος
Ζούμε
ζούμε μικροί και ταπεινοί
ζούμε αυτό που χρόνια τώρα
λέγεται ζωή
Ζούμε
ζούμε ανοίξεις στη σειρά
μέρες και νύχτες, δειλινά
σιωπηλά
Ζούμε
νοιώθουμ' ελεύθερα πουλιά
μα η καρδιά μας λίγη ζέστη
θα 'θελε ξανά
Ζούμε
στη θλίψη μπλέκεται η χαρά
όταν πια όλα είναι μαύρα
σκοτεινά
Παρακαλούμε στων βωμών τα ιερά
αντί για θάνατος ζεστή νάν' η χαρά
και τους θεούς ευχαριστούμε
που μας αφήνουνε να ζούμε ταπεινά
Ζούμε
να έτσι ζούμε έτσι απλά
χωρίς γιορτές και μουσική
στα σκοτεινά
Ξένε
η παρουσία σου γιορτή
για 'σένα έχουμε
το πιο γλυκό κρασί
Παρακαλούμε να 'ν' οι μέρες πιο ζεστές
και οι καρδιές μας από γέλια φωτεινές
θεοί αφήστε μας να ζούμε
κι εμείς εσάς θα ευχαριστούμε, ταπεινά
(Ο Προμηθέας φεύγει από την παρέα των ανθρώπων )
Ξένε, πού πάς ;

Προμηθέας
Μα δεν καταλαβαίνω πώς
πώς ένας άνθρωπος μικρός
πώς γλύκανε Τιτάνα πώς
πώς στάθηκε από μόνος του θεός
Ναι, δεν καταλαβαίνω πώς
πώς ένας άνθρωπος αγνός
πώς τα μάτια έτσι γέρνει
και μέσα στο σκοτάδι βλέπει φως
Και πώς όλοι αυτοί, θεοί να γλεντάνε
κι οι άνθρωποι πόνους να ζουν
δεν βλέπουν πως κλαίνε, ελπίδα ζητάνε
τη ζεστασιά ξανά για να βρουν
Γιατί η ανδρεία των θνητών
να 'ναι αδικία των θεών
και ξεχασμένοι ζουν εκεί
μόνοι στην παγωμένη γη
Πώς πεινασμένοι, ταπεινοί
έχουνε αγάπη στη ψυχή
και μες τη θλίψη, τη χαρά
βρίσκουν για μόνη γιατρειά
Η αγάπη τους θα 'ναι δική μου ασπίδα
γι αυτούς γίνομαι τώρα μαχητής
γι αυτούς θα 'μαι πάντα εγώ η φροντίδα
και των ταπεινών θριαμβευτής
(Είσοδος Hρας)
Hρα
Είσαι συνέχεια στη γη και όλο με θνητούς
πού είν' η σκέψη σου και δεν ακούς πια τους θεούς ;
Προμηθέας
Αδικα βάσανα παιδεύουν τους ανθρώπους
ζούνε σα ζώα, τρομαγμένοι, νοιώθουν πόνους
Hρα
Ο Δίας λέει, δεν έχουν μέλλον
Προμηθέας
Φτάνει Ηρα, άλλα μην πεις…
Ηρα
Φοβάσαι ήρωα της γης ;
Προμηθέας
Σκέφτομαι μόνο τους ανθρώπους
Ηρα
Κι όμως αυτοί θα σε προδώσουν…
Προμηθέας
Γι’ αυτό οι Θεοί θα τους σκοτώσουν ;
Hρα
Δεν είναι εύκολη απόφαση να πάρεις
όταν με τους θεούς εσύ θες να τα βάλεις
Προμηθέας
Την έχω πάρει την απόφαση
και δεν χρειάζομαι καν πρόφαση
Hρα
Μα τι έχεις Προμηθέα στο μυαλό σου ;
μην είναι από τη μοίρα για κακό σου ;
Προμηθέας
Του Αιόλου πρόσωπο θα δανειστώ
και στου Ηφαίστου το εργαστήρι θα βρεθώ
κι όταν του σβήσω τη φωτιά σαν είμαι αέρας
του Hλιου ρόδα θα γυρίσει ο πατέρας
φλόγες θα ρίξει, τα σίδερα ν' ανάψει
κι απ' την αρχή πάλι τα ξύλα για να κάψει
εγώ κρυμμένος τότε σπίθες θα του κλέψω
για τους ανθρώπους, ότι γίνει θα τ' αντέξω
Hρα
Eχεις συμπόνια, Προμηθέα στη ψυχή
μα και κουράγιο έχεις, όπως και πυγμή
το σχέδιό σου είναι βολικό
και να το ξέρεις πως θα μείνει μυστικό
σκέψου το μόνο και σύνεση να έχεις
και όταν πράξη θα το κάνεις, να προσέχεις.

Σκηνή 5
Εργαστήριο Ηφαίστου
Ο Προμηθέας με την μορφή του Αίολου σβήνει τις φλόγες
από το εργαστήριο με σκοπό να κλέψει μερικές σπίθες όταν
ο Δίας στρέψει τη ρόδα του Hλιου για να ξανανάψουν
Hφαιστος
Ηρθα και πάλι στο εργαστήρι μου το ολόφεγγο
να 'μαι και πάλι στο ζεστό βασίλειό μου
με τους βοηθούς μου που εργάζονται τα μέταλλα
με τις φωτιές μου που διαλύουν το σκοτάδι
Πρώτος εγώ είμαι απ' όλους τους Ολύμπιους
εγώ που ξέρω τη φωτιά πώς να φουντώνω
από τις πέτρες, απ' τα ξύλα κι απ' τα κούτσουρα
εγώ που ξέρω πώς το σίδερο να λιώνω
Βοηθοί
Έχουμε εμείς πύρινη δύναμη
έχουμε εμείς την αιώνια φλόγα
η γη, εργαστήρι μας η αγέραστη
και συνεργάτης μας του Ήλιου η ρόδα
Hφαιστος
Hρθα και πάλι στο εργαστήρι μου το ολόφεγγο
να 'μαι και πάλι στο ζεστό βασίλειό μου
με τους βοηθούς μου που εργάζονται τα μέταλλα
με τις φωτιές μου που διαλύουν το σκοτάδι
Βοηθοί
Eχουμε εμείς πύρινη δύναμη
έχουμε εμείς την αιώνια φλόγα
η γη εργαστήρι μας είναι η αγέραστη
και συνεργάτης του Ήλιου η ρόδα

Hφαιστος
Μα τι είν' αυτός ο άνεμος, μα τι είναι αυτός ο αέρας
όλο φυσάει πιο ασταμάτητος, ανέμων μοιάζει ο πατέρας
Ε ! εσείς, βοηθοί, τις φλόγες κοιτάξτε να μη σβήσουν
και συ Αίολε διέταξε τους άνεμους να πάψουν
μα τι λέω, πως δε βλέπω, του Αιόλου πρόσωπο με κυνηγάει
Αίολε πάψε, 'σείς βοηθοί τρέξτε οι φλόγες σβήνουν, ώ ! συμφορά
το εργαστήρι μου, Δία, το σπίτι μου, άκουσέ με, κινδυνεύει
Αίολε σύνελθε, λίγο οίκτο δείξε
τι πας να κάνεις, με καταστρέφεις
το νου στις φλόγες, όσες πια μείνανε όσες γλιτώσανε απ' την οργή του
Θεοί ακούστε με, εγώ είμαι ο Ηφαιστος
τώρα το δίκιο μου θα σας ζητήσω
τούτο τον Αίολο να τιμωρήσετε
κι εμέ τις φλόγες μου δώστε τις πίσω
Τιμωρίες Αίολε σένα προσμένουνε
και όλο το έργο σου θα αποτύχει
Δία προσεύχομαι σε σε
τον ηλιο σου ν' αφήσεις μέσα από τα τείχη
του αθάνατού σου του όρους του Ολύμπου
να μπει εδώ και να προσφέρει
λίγες από τις θείες φλόγες του
και την φωτιά σ' εμάς να φέρει.
(Ο Hλιος ξανανάβει τις φωτιές στο εργαστήρι του Ήφαιστου.
Ο Προμηθέας κρυμμένος παίρνει λίγες σπίθες σ' ένα κοίλο
δοχείο. Ο Ερμής που τον έχει δει, φεύγει.)
Νάτος ο Hλιος ήρθε επιτέλους ο αθάνατος
τη φλόγα του, τη ζεστασιά του θα χαρίσει
χαρείτε όλοι τώρα θεοί αθάνατοι
άνεμος πια τη φλόγα δε θα σβήσει.
(Μπαίνει ο Ερμής με το Δία και θεούς)
Ερμής
Νάτος, σας το 'πα, κρυμμένος θα 'ναι
τη φλόγα κλέβει, τι τον κοιτάμε
μεταμορφώθηκε, σ' Αιόλου όψη
καθόλου έξυπνο, φωτιά να κλέψει
Δία, στα χέρια σου τον παραδίνω
να τον δικάσετε, εγώ προτείνω
Δίας
Σαν τ' όνομά σου φέρθηκες εσύ
και πριν να το σκεφτείς πήγες να κάνεις
μια πράξη φοβερή και τρομερή
μα τα θεμέλια της γης, σου ορκίζομαι εγώ
με συνέδριο οι θεοί θα σε κρεμάσουν
μ' άρρηκτα δεσμά για να πεθάνεις.

Σκηνή 6
Ολυμπος
Ο Δίας έχει συγκαλέσει συνέδριο, για να
τιμωρήσει τον Προμηθέα
Δίας
Θεοί
ελάτε απόφαση να βγάλουμε, θεοί
και τον ληστή να τιμωρήσουμε μαζί
και με δεσμά μαρτυρικά να τονε δέσουμε σφιχτά
θεοί
Πλούτωνας
Eνας είναι ο ένοχος, αυτός ντροπή θεών
αιτία όλων των κακών που γίνονται διαρκώς
Αυτά δε θα συμβαίνανε ποτέ στον κάτω κόσμο
πρέπει να σταματήσουνε να γίνονται σ' αυτόν
Hρθε και πάλι η στιγμή που πρέπει να ενωθούμε
και σαν θεοί που είμαστε, το δίκαιο να δούμε
Τιτάνας, πώς ανέχεστε φλόγες να πάει να κλέψει
και με Αιόλου πρόσωπο εσάς να κοροϊδέψει ;
Φωνές απ’ τους Θεούς και τις Θεές
- Δεσμά στο παραβάτη
- Δεν είν' ανάγκη να 'χουμε θνητών προστάτη
- Κρέμασμα από τους βράχους
- Βορά στα όρνια και οι άνθρωποι στους τάφους
- Μη τον αφήσουμε να τη γλιτώσει
- Αυτός που τόλμησε Ολύμπιους να προδώσει
Oλοι
Μα πώς και μπόρεσε να το πιστέψει
ότι όλους εμάς μαζί θα κοροϊδέψει
Ποσειδώνας
Μια πράξη σαν κι αυτή δε θέλει δίκη
Αρης
Δε θα τον σώσει που βοήθησε στη νίκη
Πλούτωνας
Ναι ! είναι ένοχος, δε θέλει δικαστήριο
Ο Καύκασος να 'ναι γι’ αυτόν το μέγιστο μαρτύριο

Αφροδίτη
Και καθαρτήριο για εσάς να είναι βέβαια η λήθη
Ποιόν κοροϊδεύετε ;
Εσείς ζητάτε κολαστήριο ; και του Καυκάσου το μαρτύριο ;
τι έχετε κάνει εσείς σωστό ; κάτι με σκέψη, αληθινό
ο Προμηθέας κι αν δεθεί, στον Καύκασο κι αν κρεμαστεί
θα γίνει αυτό γιατί έχει γνώση και τους θνητούς θέλει να σώσει
Δεν είν' ρουφιάνος του πατέρα, αιθεροβάμονα Ερμή
και μυστικές φωτιές δεν κρύβει, Ήφαιστε κάτω από τη γη
πολέμους κι έριδες δε σπέρνει όπως ο Αρης αγαπά
τη θάλασσα δεν την ταράζει σαν Ποσειδώνας να γλεντά
Δεν έχει ανάγκη κανενός, δεν πίνει νέκταρ σα θεός
δημιουργεί μια νέα τάξη, μια κοινωνία έχει φτιάξει
(Απευθύνεται προς τον Πλούτωνα)
Και τα δεσμά που ζήτησες, θεέ του κάτω κόσμου
θα τα δεχτεί με υπομονή, αρκεί να δείξει τη στοργή
σ' όλους αυτούς κάτω στη γη
Στοργή που εσύ, όσο κι αν θέλεις
θα στερηθείς απ' την ψυχή
γυναίκας που αγάπησε άλλον
κι εσύ γι αυτόν θα 'σαι πληγή
Μάθε λοιπόν, αυτή η γυναίκα
που ίσως σ' αγαπάει πολύ
πως αν τον έρωτά της πάρεις
θα σε μισήσει πιο πολύ
(Προς στους θεούς)
Λέτε λοιπόν, όλοι αυτοί, κι εσύ μαζί
να τον δικάσετε πως είστε ικανοί ;
γιατί πια τόσο τον μισείτε ;
τόσο σκληρά κατηγορείτε ;
Δία δε λες ούτε μια λέξη ;
πότε χρυσά θα ξαναβρέξει ;
Δίας
Τον Καύκασο και αν γλιτώσει
την ανομία θα πληρώσει
θα μάθει πως δεν είμαστε όλοι ίσοι
στον Oλυμπο δεν θα ξαναπατήσει.

Σκηνή 7
Γη
Η Αφροδίτη βρίσκει τον Προμηθέα
Αφροδίτη
Μόνος στη γη θα τριγυρνάς γλυκέ μου Προμηθέα
του κόσμου δεν θα ξαναδείς από ψηλά τη θέα
έτσι το θέλουν οι θεοί κι ο Δίας το διατάζει
στον Oλυμπο να μη περνάς και γνώμη δεν αλλάζει
Μα πες μου αλήθεια αγάπη μου πώς τόλμησες να κλέψεις
του Ηφαίστου σπίθες και γιατί εσύ να τις ζηλέψεις
Προμηθέας
Δε θέλησα εγώ φωτιά, αδίκως τιμωρούμαι
για τους ανθρώπους πού έπλασα εγώ κατηγορούμαι
γιατί άλλο πια δεν άντεχα να βλέπω να υποφέρουν
κι όλο τιμές στα μνήματα παιδιών τους να προσφέρουν
Εγώ όσο τους ένοιωσα, κανείς δε θα τους νοιώσει
κι εγώ στο τέλος θα 'μαι αυτός, φωτιά που θα τους δώσει
δεν βλέπεις, είναι ναυαγοί κι οι πράξεις μου σανίδα
το σώμα μου θα 'ναι τροφή σε κάθε τους ελπίδα
Aφροδίτη
Νοιώθω κι εγώ τον πόνο των θνητών
και ξέρω, πια, το μέλλον τι θα φέρει
μα μόνο μιας γυναίκας το μυαλό
το σχέδιο μπορεί να σου προσφέρει
άκου λοιπόν
Αποκοιμίζοντας το Δία τον φοβερό
γνωρίζοντας το τίμημα στο θάρρος
εσύ θα δανειστείς τον Ύπνο το γλυκό
και κλέβοντας το κεραυνό
έτσι βουβά, έτσι κρυφά
θ' ανακουφίσεις των θνητών, του θάνατου το βάρος
Στους Ολυμπίους ενάντια εγώ
γνωρίζοντας το λάθος της αγάπης
συνένοχος θα γίνω, δε μπορώ
στο κλέψιμο του κεραυνού, της φοβερής απάτης.
Μα πρόσεξε
στον άδη όταν θα διαβείς, τον Ύπνο να ζητήσεις
τον Πλούτωνα το σκοτεινό, εκεί θα συναντήσεις
σα μάντης πού 'ναι ο Πλούτωνας, το σχέδιό μας ξέρει
κι από της Νύχτας τα παιδιά, Θάνατο θα προσφέρει
μη τον αφήσεις να στο πει, τον Ύπνο ζήτα πρώτος
κι όταν τον πάρεις γρήγορα, να φύγεις απ' το σκότος
Προμηθέας
Τώρα το νοιώθω πόσο μ' αγαπάς
που θες απ' την καρδιά να με βοηθήσεις
με θέλεις κι όμως δε με σταματάς
ορκίσου μου, δε θα με λησμονήσεις
Αφροδίτη
Στάσου για μια στιγμή ίσως στερνή
σφίξε μ' απάνω σου ζεστά στην αγκαλιά σου
(αγκαλιάζονται)
Αγάπη μου αυτή η στιγμή είναι ζωή
πες μου πως πάντοτε θα είμαι στην καρδιά σου
Προμηθέας (Καθώς φεύγει , σιγά)
Σ' αγαπώ
Αφροδίτη
Τον είδα στ' όνειρό μου και ήτανε του κόσμου η αυγή
μιλούσε και γελούσε και έκανε ζεστή όλη τη γη
και φώτιζε και έκαιγε, τα μάτια έλαμπαν μέσα στο φως,
μ' αγγίγματα κρυφά σε μαγικό σκοπό
Τον είδα στ' όνειρό μου απλόχερα να δίνει τη χαρά
και όλοι τον υμνούσαν οι πράξεις του τους έδιναν φτερά
κι εγώ μαζί τον θαύμαζα και ζούσα απ' τη δική του αναπνοή
κι ας ήξερα πως θα 'ταν μια στιγμή
Εσύ είσαι όλη η ζωή μου, εσύ
η αγάπη, της ζωής μας η ζωή
σαν με κοιτάς τόσο γλυκά,
σαν μου γελάς, μια μουσική μεσ' την καρδιά
Τον είδα στ' όνειρό μου, μα ήταν και των άλλων η φωνή
φώναζαν, τιμωρούσαν και ήταν η κακία τους πικρή
μα άστραφτε και έλαμπε, το χέρι μου μου κράταγε σφιχτά,
σαν να 'φτιαχνε μιας θύελλας φωτιά
Εσύ είσαι το όνειρό μου, εσύ
για πάντα θα το ζούσαμε μαζί
σαν με κοιτάς τόσο γλυκά
σαν μου μιλάς μια προσευχή απ' την καρδιά
Τον είδα στ' όνειρό μου, ήταν σε μια ομίχλη σκοτεινή
το σώμα του πονούσε κι η κάθε του στιγμή μαρτυρική
τον κοίταζα και δάκρυζα, τις όμορφες στιγμές μας λαχταρώ,
μα φεύγει και δεν θα τον ξαναδώ
Εσύ ήσουν όλη η ζωή μου. εσύ
και ζούσαμε ένα όνειρο μαζί
μα ξαφνικά είναι πρωί
και τ' όνειρο είναι η ζωή
γιατί, πες μου γιατί ;

Σκηνή 8
Αχερουσία
Ο Προμηθέας συναντά  τον Πλούτωνα
για να του ζητήσει τον Ύπνο
Νεκροί
Νύχτες ατέλειωτες διώχνουν το φως
Μάτια ακοίμητα ψάχνουν για φως
εμείς πλανιόμαστε κάπου μακριά
σιωπές μαζεύουμε κλαίμε βουβά
Δρόμος που τέλειωσε και μας καλεί
τώρα ξεχάσαμε πίσω τη γη
θρήνοι ξεθώριασαν σβήσανε πια
τότε που φεύγαμε στη λησμονιά
Πλούτωνας
Το φως κι οι μέρες η ζωή φύγαν πια
τώρα ξημέρωσε η νύχτα
ότι θυμάστε τώρα είναι μακριά
γι' αυτό χαρείτε την πίκρα
Νεκροί
Hλιος πού έσβησε μέσ' τη βροχή
αυτά τα σώματα τάισαν τη γη
χέρια που τρέμοντας ζητούν ζωή
δάκρυα που χάθηκαν σ' ένα γιατί
Πλούτωνας
Οι αναμνήσεις σας θολώσανε πια
ότι ποθείτε έχει φύγει
στον κάτω κόσμο τώρα ανήκετε πια
γι αυτό αφεθείτε στα ρίγη
Νεκροί
Πόνοι και βάσανα φόβοι λυγμοί
όλα τ' αφήσαμε πάνω στη γη
αύριο ζητούσαμε άδειες ψυχές
ζούμε στο τίποτα το μέλλον χθες
Νεκρός (που μόλις ήρθε στον κάτω κόσμο)
Νοιώθω του άπειρου την αγκαλιά
ζω μεσ' τον θάνατο κλαίω σιγά
μη με αγγίζεται ακόμη ζω
Νεκροί
έλα αφήσου μας είσαι νεκρός

Πλούτωνας
Ποιος είν' αυτός που έχει στην άκρη σταθεί
πως μπόρεσε να έρθει κάτω απ' τη γη
Νεκροί
Τι θες και τι ζητάς απ' τους νεκρούς
ξένε γιατί άφησες τούς ζωντανούς
Προμηθέας,
Για μια στιγμή σταθείτε εσείς νεκροί του άδη
και θα σας πω γιατί ήρθα εγώ μες το σκοτάδι
τον βασιλιά σας ήρθα εδώ να βρω, που είναι
κύριος όλων των νεκρών λένε πως είναι
Πλούτωνας
Ποιος τολμά να με ζητά
δε φοβάται να κοιτά
Νεκροί
Φύγε, μη στέκεσαι, τι θες εδώ
πίσω στον κόσμο σου, των ζωντανών
Προμηθέας
Του κάτω κόσμου εσύ θεέ , στάσου, μη φεύγεις
ο Προμηθέας είμαι εγώ, και εσύ με ξέρεις
Πλούτωνας
Eναν τόσο ασήμαντο
έναν τόσο δα μικρό, έχεις την απαίτηση να θυμηθώ
Νεκροί
Θεέ θυμήσου τον, είναι αυτός
πλάστης και ήρωας των ζωντανών
Προμηθέας
Αν η μνήμη σου σε απατά
δες ένα απ' τα παιδιά αυτά
τότε που τ' άρπαζες απ' τις μητέρες
και η γη έκλαιγε νύχτες και μέρες
Πλούτωνας
Φτάνει πια φτάνει ως εδώ
τον αυθάδη τρόπο αυτό
δεν μπορώ να ανεχτώ

Νεκροί
Ξένε μην θέλεις των θεών οργή
οίκτο δε δείχνει σε καμιά στιγμή
Πλούτωνας
Είμαι ο θάνατος εγώ
πάντα πόνο προκαλώ
να 'ξερα γιατί μιλώ
και δεν σε περιφρονώ
Προμηθέας
Δεν μπορούσες να 'σαι εσύ ποτέ σου η ζωή
Πλούτωνας
Χωρίς θάνατο δεν ξέρεις τι είναι ζωή
Προμηθέας
Μα τα μάτια των ανθρώπων θα θυμάμαι εγώ
να γεμίζουν θάνατο και θα σε μισώ
Πλούτωνας
Μα θα σε μισώ κι εγώ
σαν εχθρό παντοτινό
για τη μέρα που ζητούσες άνομα φιλιά
και αγάπη θέλησες από μία θεά
ξέρω γιατί είσαι εδώ
μα έχω κάτι να σου πω
αγαπώ την Αφροδίτη
και δεν χάνω εγώ…
Πώς εκείνη αρνήθηκε αγάπη σε θεό
τρυφερά σ' αγκάλιαζε
πόσο σε μισώ

Προμηθέας
Στα τόσα μίση τα φριχτά να κι άλλο ένα
μα όμως τώρα αυτό δεν νοιάζει κανένα
κι αν εγώ είμαι τώρα εδώ
ένα μόνο σου ζητώ
δώσε μου τον Ύπνο τον γλυκό
Πλούτωνας
Πες μου τι είναι αυτό που θέλεις
πες μου τι ζητάς
πώς θα πάρεις άλλο δρόμο
από της καρδιάς
πώς τον Ύπνο μου ζητάς
είσαι εραστής θεάς
μα για χάρη των ανθρώπων
όλα τα ξεχνάς ;
Προμηθέας
Κι όμως την αγάπη δεν μπορώ να την χαρώ
όταν βλέπω δακρυσμένα μάτια των θνητών
Iσως η θυσία μου αυτή να 'ναι τρελή
κι όλη η ζωή μου μια πληγή παντοτινή
βιάσου σε παρακαλώ
μόνο με τον Ύπνο εγώ
ίσως και να σώσω αυτούς τους άμοιρους στη γη
διάλεξα για μέλλον την βουνοκορφή.
Μαζί
Μία ζωή πόσες θυσίες θα χρειαστεί ; ...
(Ο Προμηθέας πηγαίνει στο δώμα του Ύπνου και ο Πλούτωνας μένει μόνος)

Πλούτωνας
Θα 'θελα ν' αλλάξω τη ζωή
μα ένας ήρωας μέσα του ζει . . .

Σκηνή 9
Η Θέμιδα, μητέρα του Προμηθέα, με τις νύμφες,
 έχοντας μάθει το σχέδιο του γιου της από
την Ηρα, ψάχνει να τον βρει.
Συναντάει τον Προμηθέα όταν αυτός
γυρνάει από τον κάτω κόσμο
Νύμφες
- Τι θέλουμε εμείς έξω απ' τα κύματα ;
- Ο γιος της είναι ένα από τα θύματα
- Του δωδεκάθεου ;  Ω ! πόσο τους φοβάμαι
- Σταματήστε, η Θέμιδα έρχεται
- Πώς τη λυπάμαι
Θέμιδα, θεά μας κι οδηγέ μας
τι θα του πεις ; εξήγησέ μας
άραγε γνώμη πώς θ' αλλάξει ;
την ανομία να μην πράξει ;
Τους Ολυμπίους θα προσβάλει
και δε θα σκύψει το κεφάλι
ποιος απ' την μοίρα θα τον σώσει ;
απ' τους θεούς θα τον γλιτώσει ;
Θέμιδα έρχεται, πλησίασέ τον
βρες κάτι, πες του, σταμάτησέ τον

Θέμιδα Προμηθέας
Παιδί μου…
Τι είναι μητέρα ;
τα όνειρά σου σε καταστρέφουν
Όλα τα μάτια σε μένα στρέφουν
σα μια μανία στο κορμί σου
μία οργή μες την ψυχή σου
μα εσύ που το 'μαθες ;
Από την Ηρα τα 'μαθα όλα
μην πάς παιδί μου και μη το κάνεις
θα υποφέρεις και θα πεθάνεις
Oτι είναι να κάνω έχει ήδη γίνει
τα μάτια οι άνθρωποι έχουν σηκώσει
και τις ελπίδες τους μου έχουν δώσει
αυτά που κάνω θα με λυτρώσουν
Αυτά που κάνεις θα σε προδώσουν
τι θέλεις πια, νοιώθεις θεός τους ;
Oχι, μα είμαι ο άνθρωπός τους.
Θέμιδα
Aν το πιστεύεις πώς εσύ
θα 'σαι ο σωτήρας για τη γη
γελάστηκες ναι θα στο πω
και μη μου λες να κρατηθώ
Πάντα οι άνθρωποι αυτοί
μόνοι θα είναι στη ζωή
αδικημένοι, μικροί,
ταπεινοί
Κι εσύ θαρρείς πως θα τους σώσεις
αν των θεών φωτιά τους δώσεις
μα θα πονέσεις
δεν θα τ' αντέξεις
δε βρίσκω λέξεις
τι να πω
Δεν βλέπεις τώρα πώς θρηνώ
τι άλλο πρέπει να σου πω
είμαι γυναίκα, όχι θεά
είμαι μια μάνα που πονά
Μη φεύγεις στάσου μια στιγμή
τι πας να κάνεις, πες μου τι
πόνους θα νοιώθω τρομερούς
όταν θα λιώνεις στους γκρεμούς
Βλέπεις πως τρέμει το κορμί μου
τι πείσμα είναι αυτό παιδί μου
αυτή η θυσία
είναι αμαρτία
μια τιμωρία
πώς πονώ
Aν το πιστεύεις πώς εσύ
θα 'σαι ο σωτήρας για τη γη
γελάστηκες ναι θα στο πω
και μη μου λες να κρατηθώ
Γραφτό είναι οι άνθρωποι αυτοί
πάντα να ζούνε μοναχοί
αδικημένοι, μικροί,
ταπεινοί

Σκηνή 10
Ολυμπος.
Δώμα του Δία.
Ο ύπνος κοιμίζει τον Δία και τον Ερμή.
Δίας
Ερμή ! Που είσαι επιτέλους ; τόση ώρα σε ψάχνω
Ερμής
Εδώ είμαι πατέρα , τι ζητάς ;
Δίας
Τι συμβαίνει πια με 'σένα, πάντα βρίσκεσαι παντού
όταν όμως σε φωνάζω, είσαι μια ζωή αλλού
Ερμής
Είμαι πάντα γύρω σου είμαι πάντα πλάι σου
στις διαταγές σου όποτε με θες
Μες το καλοκαίρι βλέπεις τα λουλούδια
ψάχνουν σαν τρελά λίγη δροσιά
έτσι κάθε μέρα με γλυκά τραγούδια
ψάχνω για μια θέση στη καρδιά.
Αφήνω εγώ τη φαντασία να τρέξει κάπου μακριά
μικρό παιδί μα θα βασιλέψει σε μαγική στεριά
Κι όταν πια στεμμένο θα γυρνάει πίσω για να βρει
Θα ψάξει για τη θεά του και θα ζήσουν μαζί
Τι ονειρεύεσαι πες μου και θα πάω εγώ
Χώρες μακρινές θα ψάξω να βρω
εκεί που δεν τολμώ σε κόσμους που δεν τους γνωρίζω
Πες μου που θα πάς θέλω να 'ρθω και 'γώ
είμαι σαν παιδί ναι είμαι μικρός
μα μην ξεχνάς είμαι κι εγώ θεός
Δεν σε πίκρανα ποτέ, είμ' εδώ για 'σένα
γιατί λοιπόν συνέχεια βάζεις τις φωνές
μίλησέ μου πιο γλυκά, σκέψου λίγο εμένα
τα πάντα θα 'κανα να βρω κοντά σου λίγη ζεστασιά
Τι ονειρεύεσαι πες μου και θα πάω εγώ
Χώρες μακρινές θα ψάξω να βρω
εκεί που δεν τολμώ σε κόσμους που δεν τους γνωρίζω
Πες μου που θα πάς θέλω να 'ρθω και 'γώ
είμαι σαν παιδί ναι είμαι μικρός
μα μην ξεχνάς είμαι κι εγώ θεός

( Μπαίνει ο Ύπνος σταλμένος από τον Προμηθέα
για να κοιμίσει το Δία και τον Ερμή. )

Ύπνος
Είναι στιγμές που κουρασμένος γέρνεις
που ούτε αγάπη, ούτε μίσος ή χαρά
δε θες να νοιώθεις, να ακούς και να προσμένεις
είναι στιγμές πού 'ναι τα βλέφαρα βαριά
Είναι φορές που δεν θες να συλλογιέσαι
ποιο είν' το δίκιο, το καλό ή το κακό
δεν θες να ξέρεις τις ευθύνες, τις διχόνοιες
και το κορμί σου γίνεται όλο πιο νωθρό
Είναι και μέρες που κουράζουν τη ψυχή σου
είναι και νύχτες που βαριέσαι τρομερά
μόνο του ψάχνει κλίνη να 'βρει το κορμί σου
και είν' τα μάτια νυσταγμένα και θολά
έλα κοιμήσου, έλα αφήσου σε εμένα
διώξε τις σκέψεις, τις καλές και τις κακές
προσφέρω εγώ τη γιατρειά όπου τη θέλουν
σε αθανάτους, σε θνητούς και σε θεές
Κλείσε τα μάτια να ξεχάσεις τις ευθύνες
έλα χαλάρωσε τους χτύπους της καρδιάς
έντονα αισθήματα αξέχαστα δε δίνω
εγώ προσφέρω το κρασί της λησμονιάς

Ελα κοιμήσου, έλα αφήσου σε εμένα
έλα χαλάρωσε τους χτύπους της καρδιάς
έντονα αισθήματα αξέχαστα δε δίνω
εγώ προσφέρω το κρασί της λησμονιάς

(Ενώ ο Ύπνος κοιμίζει το Δία και τον Ερμή, μπαίνει κρυφά ο Προμηθέας
που κλέβει έναν από τους κεραυνούς.)

Σκηνή 11
Γη
Επίκληση ανθρώπων στους θεούς.
Ο Προμηθέας ρίχνει τον κεραυνό στη Γη.
Aνθρωποι
Θεοί - κοιτάξτε μας, θεοί
δε σας ζητάμε παρά λίγη προσοχή
είμαστ' εδώ γονατιστοί
δυστυχισμένοι γυμνοί - θεοί
Θεοί - ακούστε μας, θεοί
μπορεί να είμαστε κατώτεροι, θνητοί
μα οι θυσίες μας σε σας
είναι παρηγοριά για μας - θεοί

(Ο Προμηθέας ρίχνει τον κεραυνό στη γη.)

Ω, συμφορά τι ήταν αυτό ;
κατάρα ή δαιμονικό
λάμψη διαβολική
τέλος του κόσμου είναι ή αρχή ;
Τι είναι αυτό που αναστατώνει :
που όσο πάει και μεγαλώνει
Τι λάμψη απόκοσμη και μυστική
τι ζέστη νιώθω στο κορμί
είναι η φωτιά που είχε χαθεί
είναι η φωτιά που έχει βρεθεί
είναι του πλάστη μας η νίκη
είναι η χαρά μέσα στη λύπη…
είναι η ΦΩΤΙΑ ! ! !

Finale
Η Θέμιδα και η Αφροδίτη προσπαθούν
να πείσουν τον Προμηθέα να φύγει. Ο Προμηθέας μένει,
η Βία και το Κράτος τον συλλαμβάνουν και τον
δένουν στον Καύκασο.
Αφροδίτη Προμηθέας
Τώρα πια όλα έχουν τελειώσει
Τώρα πια όλοι ζουν καλά
η απόφαση θα με πληγώσει
δεν με χρειάζονται άλλο πια
Αν θα σε χάσω τι θα κάνω
του Δία θα νοιώσω την οργή
Πες μου τι θες και θα το κάνω
γαλήνη νοιώθω στη ψυχή.
όλα θα σβήσουν μεσ' τη λήθη
να πάω δεν θα 'χω πουθενά
πως όλα μοιάζουν παραμύθι
όλα όμως είναι αληθινά
αλλιώς εγώ σε καρτερούσα
δίχως πια πόνο στην ζωή
στον Oλυμπο με σε θα ζούσα
τα πλάσματά μου ζουν στη Γη
Μαζί
Τώρα πια όλα έχουν τελειώσει
Αγάπη δεν υπάρχει πια / / / Oλοι στη Γη θα ζουν καλά
Μοιάζει σα να 'ναι παραμύθι
Μα όλα είν' αληθινά

(Η Θέμιδα μπαίνει με τις νύμφες πλησιάζοντας το γιο της
Η Βία και το Κράτος μπαίνουν με το χορό τους για να
συλλάβουν τον Προμηθέα.)

Θέμιδα
Μη τι στέκεσαι εκεί τι προσμένεις τι άλλο πια τι θες
(Φύγε)
Τι άλλο τι ζητάς έχεις που να πάς ; στα κύματα μαζί μου
(Eλα)
Αφροδίτη
Σκέψου σκέψου την αγάπη ή λυπήσου εμένα σκέψου τη ζωή
(Eλα)
Φύγε μακριά αγάπη πόνο εσύ και δάκρυ να μην ξαναδείς
(Φύγε)
Βια - Κράτος
Στάσου ελπίδα πια δεν έχεις καμιά
(Τώρα)
Να φυγής δεν μπορείς πια είναι αργά
(Τώρα)
Θέμιδα
Μη τρέξε να σωθείς θα τιμωρηθείς για πρώτη φορά
(άκου)
Τον γιο μου δε μπορώ να θρηνώ εγώ ήρωα τρελέ
(έλα)
Αφροδίτη
Κλαίω τώρα πια για 'σένα οι ήρωες δεν κλαίνε να 'ξερα γιατί
(ξέρω)
Iσως όλα τα 'χει φτιάξει κάποιο χέρι ξένο πού εμάς μισεί
(τόσο)
Βία - Κράτος
άκου σε κλαίνε πια σα να 'σαι νεκρός
(είσαι)
Κι η τιμωρία θάν' θεών κεραυνός
(τώρα)

Θέμιδα
Αφροδίτη
Βια - Κράτος
Μη τι στέκεσαι εκεί
Σκέψου - σκέψου την αγάπη
Στάσου ελπίδα πια
τι προσμένεις τι
ή λυπήσου εμένα
δεν έχεις
άλλο πια τι θες
σκέψου τη ζωή
καμιά
(φύγε)
(Eλα)
(Τώρα)
τι άλλο τι ζητάς
Φύγε μακριά αγάπη
Να φύγεις
έχεις που να πάς
πόνο εσύ και δάκρυ
δεν μπορείς πια
στα κύματα μαζί μου
να μην ξαναδείς
είναι αργά
(Eλα)
(Φύγε)
(Τώρα)
Μη τρέξε να σωθείς
θα τιμωρηθείς
για πρώτη φορά
(άκου)
τον γιο μου δε μπορώ
να θρηνώ εγώ
ήρωα τρελέ
(έλα)
Κλαίω τώρα πια για 'σένα
οι ήρωες δεν κλαίνε
να 'ξερα γιατί
(ξέρω)
Iσως όλα τα 'χει φτιάξει
κάποιο χέρι ξένο
πού εμάς μισεί
(τόσο)
άκου σε κλαίνε πια
σα να 'σαι
νεκρός
(είσαι)
Κι ή τιμωρία θάν'
θεών κεραυνός
(τώρα)


Προμηθέας
Μητέρα τόσα έχω περάσει, στον κάτω κόσμο έχω φτάσει
για ότι κάνω δε λυπάμαι, μα τα αισθήματα με πνίγουν
πρώτη φορά κι εγώ φοβάμαι.
Κι εσύ καλή μου νοιώσε τώρα, αυτός που τόσο εκτιμάς
ίσως δεν είναι ότι λέει, ίσως φοβάται, τρέμει, κλαίει
νοιώσε ότι νοιώθω, μη μιλάς.
Μη με πιέζετε άλλο φτάνει, μαζί σας να 'ρθω δεν μπορώ
Φόβο κι αν νοιώθω στην ψυχή μου, αδύναμο κι αν το κορμί μου

Θέμιδα
Αφροδίτη
Βια - Κράτος
Προμηθέας
Μη τι στέκεσαι εκεί
Σκέψου - σκέψου την αγάπη
Στάσου ελπίδα πια
Μη με πιέζετε άλλο
Τι προσμένεις τι
ή λυπήσου εμένα
Δεν έχεις
φτάνει
άλλο πια τι θες
σκέψου τη ζωή
Καμιά
Μαζί σας να 'ρθω
δεν μπορώ
(φύγε)
(Έλα)
(Τώρα)
Τι άλλο τι ζητάς
Φύγε μακριά αγάπη
Να φύγεις
Φόβο κι αν 'νοιώθω
έχεις που να πάς
πόνο εσύ και δάκρυ
Δεν μπορείς πια
στην ψυχή μου
στα κύματα μαζί μου
να μην ξαναδείς
Είναι αργά
αδύνατο κι αν
το κορμί μου
(Έλα)
(Φύγε)
(Τώρα)
Μη τρέξε να σωθείς
Θα τιμωρηθείς
Για πρώτη φορά
(άκου)
τον γιο μου δε μπορώ
να θρηνώ εγώ
ήρωα τρελέ
Κλαίω τώρα πια για 'σένα
οι ήρωες δεν κλαίνε
να 'ξερα γιατί
(ξέρω)
Iσως όλα τα 'χει φτιάξει
κάποιο χέρι ξένο
πού εμάς μισεί
Ακου σε κλαίνε πια
σα να 'σαι
νεκρός
(είσαι)
Κι ή τιμωρία
θάν' θεών
κεραυνός
Γιατί

Θα το αντέξω
θα σταθώ
(Μπαίνει ο Ερμής έχοντας την απόφαση)

Ερμής
Αγγελιοφόρος είμαι του Δία, φέρνω μαζί μου την τιμωρία
με αλυσίδες δέστε τον σφιχτά
ψηλά στα όρη του Καυκάσου, αποφασίσανε να τον κρεμάσουν
για να πληρώσει την πράξη αυτή.
Προμηθέας (Ενώ τον παίρνουν αλυσοδεμένο)
Τώρα πια όλα έχουν τελειώσει
τώρα στη γη θα ζουν καλά...

Αφροδίτη
Να 'ταν όλα όνειρο κακό και να ξυπνούσα . . . .